Κάθε φορά αγαπημένοι μου φίλοι που γράφω ένα κείμενο που αφορά τον Κρητικό πολιτισμό, τη μουσική του τόπου μας και τους δημιουργούς της μαζί με τα ήθη και έθιμά μας, η συγκίνηση είναι μεγάλη και οι αναμνήσεις πολλές.
Ειδικά όταν αυτό το κείμενο που θα ακολουθήσει, αφορά ίσως τον μεγαλύτερο κατά τη προσωπική μου γνώμη, δημιουργό και πρεσβευτή του ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ ανά τον Κόσμο, τον αείμνηστο Κώστα Μουντάκη.
Με μεγάλη συγκίνηση απέκτησα την βιογραφία του με τίτλο: “ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΌ ΤΗΣ ΠΟΡΕΊΑΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΟΥΝΤΑΚΗ, γραμμένη από τον ίδιο του τον γιο - Μάνο, όπως του την αφηγήθηκε ο Κώστας Μουντάκης και όπως την έζησε και ο ίδιος κοντά του.
Διάβασα το βιβλίο και <<γεννήθηκε μέσα μου>> το αίσθημα της αναζήτησης μιας συνομιλίας, με τον ίδιο τον συγγραφέα και καλό φίλο Μάνο, με σκοπό να γράψω ένα κείμενο σεβασμού και κατάθεσης ψυχής με τον δικό μου ερασιτεχνικό τρόπο αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα του Κώστα Μουντάκη.
Παρακάτω ακολουθεί ο μεταξύ μας διάλογος:
ΝΚ. Πρώτα από όλα αδελφικέ φίλε και πρότυπό μου Μάνο, να σε ευχαριστήσω από καρδιάς για τον χρόνο που αφιέρωσες να κάνουμε τη συζήτηση αυτή, η οποία συζήτηση γίνεται με αφορμή το βιβλίο σου με τίτλο: “Το χρονικό της πορείας του Κώστα Μουντάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ. Με έναν πρόλογο του βιβλίου σου, από έναν μεγάλο και σπουδαίο καταγραφέα, της Κρητικής μουσικής και του πολιτισμού γενικότερα, τον αείμνηστο Γ. Σγουράκη. Πες μου δύο λόγια για τη βιογραφία του πατέρα σου, όπως την έζησες εσύ και όπως σου την αφηγήθηκε βέβαια ο ίδιος; Μιλάμε για τον άνθρωπο που <<μετέφερε>> με τη λύρα του το μήνυμα του Συγκρητισμού σε όλη την Οικουμένη;
Μ.Μ. Τα είπες όλα. Αυτή ήταν όλη η ουσία του ο Συγκρητισμός. Και εκτιμούσε τον Σκορδαλό ακριβώς για αυτό τον λόγο. Επειδή έβλεπε και στον Σκορδαλό την ίδια ακριβώς επιθυμία για τον Συγκρητισμό. Την επιθυμία αυτή την είχε και ο Θανάσης και ο πατέρας μου. Το είπες μόνος σου.
ΝΚ. Αγαπημένε μου Μάνο. Ο πατέρας σου έκανε πολλά επαγγέλματα από ηλικία 12 χρονών. Όπως εργάτης στο μάζεμα της ελιάς. Από εκεί εμπνεύστηκε το τραγούδι: “Μυλωνάδες και Μαζώχτρες”. Ο “Πραγματευτής” με τη γνωστή μουσική. Με τους στίχους και τη μουσική του λοιπόν, έδωσε σε εμάς τους νεότερους την ευκαιρία, να γνωρίσουμε αυτά τα επαγγέλματα, με τον δικό του μουσικό τρόπο. Πες μου δύο λόγια για αυτό;
Μ.Μ. Και όχι μόνο για αυτό. Πάντα μου έλεγε πρέπει να γράφουμε μουσική για πράγματα σαν χρονογράφοι, για πράγματα που δεν θα γίνουν αύριο. Θα έχουν εξαφανιστεί αύριο. Όπως ο Κρητικός γάμος, όπως η Μάχη της Κρήτης. Δηλαδή υπήρξαν πράγματα όπως για παράδειγμα η ετοιμασία του γάμου. Όλα αυτά τα έκανε ακριβώς μέσα στο στίχο για να καταγραφεί πως ήταν εκείνη την εποχή που βγήκε ο δίσκος, τα έθιμα και το χρονογράφημα εκείνης της εποχής.
ΝΚ. Πάμε Μάνο στο πρώτο του γλέντι με τον Μανώλη Ηλιάκη από το Βαλσαμόνερο, όπως γράφεις στο βιβλίο, στον αρραβώνα της αδελφής του αφεντικού του. Και μετά σιγά - σιγά αρχίζει η μουσική του καταξίωση. Στα 19 του όπως γράφεις, έχει καταφέρει να είναι ήδη γνωστός στην επαρχία του και τα γύρω χωριά. Μίλησέ μου λίγο για εκείνη την εποχή;
Μ.Μ. Εκείνη την εποχή από ότι μου έλεγε και ο ίδιος, ήταν πολύ δύσκολη εποχή. Γιατί τότε οι λυράρηδες δεν σου μάθαιναν. Υπήρχε η νοοτροπία, όπως και σε όλα τα επαγγέλματα, δεν έδειχναν για να μην χάσουν εκείνοι τη δουλειά τους, στους άλλους το επάγγελμά τους. Έτσι λοιπόν και οι λυράρηδες και οι λαουτιέρηδες και οι σιδεράδες, κρύβανε τα μυστικά της δουλειάς. Για να έχουν και εκείνοι δουλειά.
ΝΚ. Ο αείμνηστος Κώστας Μουντάκης ο <<πρεσβευτής>> της Κρητικής Παράδοσης για εμένα, εκφράζω τη προσωπική μου γνώμη και νομίζω ότι έχω το δικαίωμα, μετά από τόσα χρόνια να το λέω είναι αυτοδίδαχτος έτσι;
Μ.Μ. Όπως όλοι οι λυράρηδες και λαουτιέρηδες της εποχής του. Δεν υπήρχε κανένας έντεχνος, εκτός μόνο από τον Καλογερίδη, ο οποίος ήταν ο μόνος που ήξερε - στη Σητεία - νότες και έγραψε τις “κοντυλιές του Καλογερίδη”, που ακόμα και σήμερα, παίζονται όπως τις είχε γράψει στη παρτιτούρα.
ΝΚ. Στα 21 του περίπου χρόνια γνωρίζεται με τον σπουδαίο οργανοποιό Μανώλη Σταγάκη (1947). Κορυφαίο οργανοποιό πιστό και καλό του φίλο. Μόνιμο κατασκευαστή σχεδόν στις λύρες του. Μάλιστα κάνανε ένα παιχνίδι μαζί. Πάντα του άφηνε ένα μικρό χρέος - μιας ημέρας στην εξόφληση της λύρας- για να θυμηθεί τη πρώτη λύρα και τον τρόπο που την απέκτησε - και όχι γιατί δεν είχε να τον πληρώσει.
Μ.Μ. Ναι. Όχι μόνο αυτό. Ο Πατέρας μου φοβόταν πάρα πολύ τη γλωσσοφαγιά. Το φοβόταν. Και πολλές φορές πήγαινε και του έλεγε: <<Μανώλη, δώσε μου δύο χιλιάρικα και όταν αγόραζε κάτι, έλεγε: Να καημένη τα πήρα δανεικά από τον Σταγάκη>>. Και την άλλη ημέρα, πήγαινε και τα έδινε πίσω στον Σταγάκη. Ακριβώς για να <<χαμηλώσει>> τη κίνηση που έκανε ότι -ααααααααα ο Μουντάκης πήγε και αγόρασε αυτό.
ΝΚ. Να γράψω για τον κόσμο ότι μιλάμε στον ενικό, ενώ δεν πρέπει, κατόπιν κοινής συνεννοήσεως.
Μ.Μ. Βεβαίως.
ΝΚ. Ήρθε στην Αθήνα ως χωροφύλακας και αποσπάται στη Βουλή και στη προσωπική φρουρά του Σοφοκλή Βενιζέλου. Αρχίζει να εμφανίζεται και σαν λυράρης στο κέντρο “ΤΑ ΧΑΝΙΑ” του Ευτύχη Μπασιά για 18 ολόκληρα χρόνια. Και έρχεται η καταξίωση και στην Αθήνα. Επίσης το 1951, ξεκινάει εκπομπές, μετά από ακρόαση από την επιτροπή ακροάσεων στο Ελληνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Μίλησέ μου λίγο για αυτή την εποχή και τον Στέλιο Κουτσουρέλη;
Μ.Μ. Ήταν μια πολύ ωραία εποχή. Καμιά εποχή βέβαια δεν ήταν ωραία εκείνες τις χρονιές. Γιατί ακόμη υπήρχε φτώχεια. Υπήρχε η μετανάστευση. Η εσωτερική μετανάστευση. Όλοι παράταγαν τα χωριά τους και ερχόντουσαν να γίνουν θυρωροί στην Αθήνα. Υπήρχε μια αναταραχή τεράστια. Πέφτανε οι κυβερνήσεις η μία μετά την άλλη. Μετά ανά εξάμηνο πέφτανε οι κυβερνήσεις. Καμία σταθερότητα. Και αναγκάστηκαν πάρα πολλοί Κρητικοί και πήγαν και έγιναν χωροφύλακες. Για να έχουν ενδυμασία, φαγητό και κάποιο μισθό. Υπήρχε τεράστια ανεργία. Πάνω σε αυτή λοιπόν τη κατάσταση, πήγε χωροφύλακας όπως τόσοι άλλοι. Ορισμένες τυχαίες κινήσεις, δηλαδή ένας Δήμαρχος Χανίων πέθανε. Στη κηδεία του βρέθηκε ο Σοφοκλής ο Βενιζέλος. Έτσι γνωρίστηκε με τον Σοφοκλή Βενιζέλο, και κατετάγη στη προσωπική του φρουρά, ύστερα από απόσπαση. Ήρθε στην Αθήνα, και πήγε στο κέντρο “ΤΑ ΧΑΝΙΑ” του Ευτύχη Μπασιά. Ήταν 80 θέσεις. Μην νομίζεις ότι ήταν μεγάλο μαγαζί. Εκεί γνώρισε τον Κώστα Παπαδάκη ή (Ναύτη). Εκεί βρήκε τον Στέλιο Κουτσουρέλη. Εκεί γνωρίστηκε. Σαν το κοπέλι που παίζει καλή λύρα. Ο Κουτσουρέλης τον καλεί να κάνουν εκπομπές στο Ε.Ι.Ρ. Αλλά έπρεπε, να δώσει εξετάσεις για να μπει στο Ε.Ι.Ρ. και να κάνουν εκπομπές. Και έτσι εξυφαίνεται όλη η κατάσταση. Μετά τον Στέλιο κάνει συνεργασία και με τον Γιώργο Κουτσουρέλη.
ΝΚ. Να πάμε σε ένα μεγάλο δίδυμο. Συνεργασία Μουντάκη - Μανιά και το πρώτο ταξίδι στο εξωτερικό, στις ΗΠΑ το 1960. Εκεί ο ανήσυχος όμως Κ. Μουντάκης, ο οποίος πάντα είχε και ήταν ερευνητικό βλέμμα και πνεύμα δημιουργεί τη δισκογραφική εταιρεία “PSILORITIS RECORDS” όχι με σκοπό να πουλήσει δίσκους, αλλά να τους κάνει δώρο στους συλλόγους που τους καλούσαν.
Μ.Μ. Ακριβώς για να μην πάει με άδεια χέρια. Αλλά ουσιαστικά αυτό λειτούργησε και σαν φεϊγβολάν. Αυτοί είμαστε και θα τους κάνουμε δώρο αυτόν το δίσκο. Με τον Μανιά.
ΝΚ. Γράφεις μέσα στο βιβλίο, ότι υπήρχε μία προσωπική τους δέσμευση. Ότι όσο Μάνιας ήταν στην Αθήνα και ηχογραφούσαν μαζί να παίζουν και μαζί. Ενώ όταν ο ένας ήταν στην Επισκοπή Και ο άλλος στην Αθήνα, Θα μπορούσαν να παίζουν με άλλους συνοδούς;
Μ.Μ. βεβαίως. Όταν δεν μπορούσε από τα γλέντια της Κρήτης να έρχεται ο Μανιάς στην Αθήνα ή ο Μουντάκης να κατέβει στην Κρήτη, δεν υπήρχε περίπτωση, διότι και τα ναύλα ήταν πάρα πολλά. Αλλά για τους μήνες συνεργασίας τους για τους δίσκους, ήταν υποχρεωτικό.
ΝΚ. Η φήμη του λοιπόν Μάνο αρχίζει και εξαπλώνεται πολύ γρήγορα. Δημιουργεί οικογένεια με την αείμνηστη μητέρα σου, και αρχίζει και λειτουργεί ως μουσικός χρονικογράφος πλέον. αρχίζει και καταγράφει διάφορα γεγονότα, του κρητικού πολιτισμού, όπως ήταν η Μάχη της Κρήτης, ο Κρητικός γάμος, τα Κρητικά νάκλια, το ολοκαύτωμα στο Αρκάδι στο δίσκο “Ο μεγάλος Κρητικός”. αρχίζει και διηγείται μουσικά την ιστορία της Κρήτης. Γιατί ήθελε να μείνουν καταγεγραμμένα και φοβότανε μήπως χαθούν, με το πέρασμα των χρόνων;
Μ.Μ. Ναι. Μην χαθούν, μην αλλοιωθούν. Όλα αυτά. Ήθελε να καταγράφει οτιδήποτε φοβόταν πως θα “σβήσει”.
ΝΚ. Μάνο μου να σε πάω το 1952, όπου αρχίζει και εμφανίζεται δισκογραφικά με το “Άρπαξα και μπαΐλντισα” και από εκεί αρχίζει ο Μουντάκης, να γίνεται εκφραστής ενός ολόκληρου λαού. Μιας ολόκληρης γενιάς. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν εκείνη την εποχή να μπεις στο stoudio; Και το λέω γιατί, υπέγραφαν συμβόλαια και μάλιστα με πολύ χαμηλά ποσοστά κέρδους αλλά και με τη δέσμευση να κάνουν περιοδείες ολόκληρες για να γίνει γνωστός ο δίσκος, παρότι υπήρχαν τα γραμμόφωνα εκείνη την εποχή; Πες μου δύο λόγια για το δισκογραφικό του ξεκίνημα;
Μ.Μ. Ο πατέρας μου πρωτοπήγε τότε στην ODEON – PARLOPHONE, τότε η εταιρεία λεγόταν “ΑΤΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ”, με τον Μάτσα, τον παππού Μίνωα Μάτσα, και επί των ημερών του έγινε ODEON – PARLOPHONE. Ήταν πολύ αγαπητός ο πατέρας μου. Και εξάλλου και ο Μάτσας, έβλεπε ότι με τον Μουντάκη πήγαινε καλά. Και πραγματικά αυτός έκανε όλη τη κίνηση στην ODEON τότε.
ΝΚ. Κάνει και μια συνεργασία μετά με τον Γιάννη Ξυλούρη (Ψαρογιάννη) και αμέσως μετά το 1962 κάνουν μία περιοδεία στη Γερμανία, η οποία δεν είναι τόσο επιτυχημένη οικονομικά, γιατί ήταν πολλοί μετανάστες που κοίταγαν να φτιάξουν όπως λες στο βιβλίο το οικονομικό τους μέλλον, αλλά “άφησαν εποχή” στα μαγαζιά και στα εργοστάσια όπου εμφανιζόταν τα οποία εργοστάσια τα μετέτρεπαν σε “ειδικές αίθουσες”, για να μπορέσουν να εμφανιστούν οι δυο τους;
Μ.Μ. Ακριβώς. Δεν υπήρχαν τότε Ελληνικά μαγαζιά μεγάλα και οι Κρητικοί - δεν υπήρχε σύλλογος το 1962 - υπήρχαν κάποιοι “εργατοπατέρες” ας τους πούμε, που μετέτρεψαν διάφορους χώρους των εργοστασίων σε τέτοιες καταστάσεις και συνθήκες, ώστε να φέρουν το Μουντάκη να παίξει. Ώστε να γίνει κάποιο γλέντι Κρητικό κλπ. Αυτό το έκαναν και με άλλους όμως και με κλαρίνα και με βιολιά. Δεν ήταν μόνο για τον Μουντάκη.
ΝΚ. Να σε πάω σε ένα άλλο μεγάλο γεγονός του 1965. Ένα μουσικό φεστιβάλ στη Λευκάδα. Με μουσικούς από όλη την Ελλάδα. Μ.Μ. Ήμουν εκεί, για αυτό το θυμάμαι.
ΝΚ. Θέλω να μου πεις την άποψή σου. Πως το βίωσες εσύ;
Μ.Μ. Ήταν ένα πολύ ωραίο φεστιβάλ. Από τα πρώτα φεστιβάλ που έκανε ο Καβακόπουλος. Και ήταν πάρα πολύ επιτυχημένο. Άφησε πολύ καλές εντυπώσεις. Σε όλη την Ελλάδα. Εκεί γνώρισα και την Ειρήνη, τη γυναίκα του Καβακόπουλου. Και γνώρισα και τα παιδιά τους, που ήταν ήδη στην ΕΡΤ. Τα δύο αγόρια του Καβακόπουλου.
ΝΚ. Σε κάποια στιγμή μέσα στο βιβλίο σου, γράφεις ότι η φήμη του Μουντάκη εξαπλώνεται τόσο γρήγορα, και οι σύλλογοι <<μεγαλώνουν>> ως μέλη, που το κέντρο του Μπασιά δεν τον καλύπτει και <<μετακομίζει>> στο κέντρο “ΚΙΣΣΟΣ”. Ποτέ όμως δεν ξέχασε τα 18 χρόνια, που εργάστηκε στον Μπασιά;
Μ.Μ. Βεβαίως. Ήταν ο αγαπημένος του χώρος.
ΝΚ. Μάνο. Το 1967 κάνει το μεγάλο δισκογραφικό “Μπαμ” με τον δίσκο “Ο Κρητικός Γάμος”. Όπου περιγράφει όλα τα ήθη και τα έθιμα του Κρητικού γάμου. Μάλιστα, αυτό το δισκογραφικό έργο “πήγε τόσο ψηλά”, που έγινε αναπαράσταση στους δρόμους της Αθήνας. Περιέγραψέ μου λίγο αυτό το γεγονός;
Μ.Μ. Στην Πέτρου Ράλλη, ο τότε Σύλλογος Κρητών Κορυδαλλού, έκανε ακριβώς την αναπαράσταση του Κρητικού Γάμου. Ο δίσκος “Κρητικός Γάμος” έσπασε τα ταμεία που λένε. Έγινε χαμός. Και ανατυπώθηκε τέσσερις - πέντε φορές, από την ODEON. Έχω τον ¨Κρητικό Γάμο¨ σε τέσσερις - πέντε διαφορετικές εκτυπώσεις εξωφύλλου.
ΝΚ. Να πάμε τώρα λίγο και σε εσένα με τον πατέρα σου. 1973 περίπου. Κώστας & Μάνος Μουντάκης και Μαρκογιαννάκης Βαγγέλης. Γιατί ο Γιάννης ο Ξυλούρης κάνει μια <<καθαρή εξήγηση>>, την οποία την εκτίμησε ο πατέρας σου, ότι αποφασίζει να συνεχίσει με τον Νίκο τον αδελφό του. Και συνεχίζεται οι τρεις σας. Και μάλιστα πρωτοεμφανίζεσαι μαζί του στον “Ζορμπά;”
Μ.Μ. Έχουν πάει με τον Μανιά στη Γερμανία. Η μητέρα μου, ο πατέρας μου και ο Μανιάς. Εγώ έχω πάει στο Πολυτεχνείο. Με συλλαμβάνουν. Μαθαίνει η μητέρα μου ότι ο Μάνος είναι στο Πολυτεχνείο. Παρατάει ο πατέρας μου το τουρνέ. Και φωνάζουν τον Νίκο τον Σωπασή και συνεχίζουν με τον Νίκο τον Μανιά, που ήταν ήδη στη Γερμανία, στο τουρνέ που είχε προγραμματίσει ο πατέρας μου. Και αυτοί γυρίζουν πίσω. Για να σώσουν το γιο τους. Και έτσι με παίρνει και πάμε στον “Ζορμπά”. Έτσι για πρώτη φορά έπαιξα με τον πατέρα μου. Σε Κρητικό μαγαζί λύρα - πιάνο - και λαούτο.
ΝΚ. Όταν συνειδητοποίησες το “μέγεθος” του ονόματος Κώστα Μουντάκη, υπήρξε κάτι που σε σταμάτησε μουσικά και στράφηκες στο πιάνο; Δηλαδή όχι στη λύρα ή στο λαούτο ή απλά το πιάνο ήταν η επιθυμία σου;
Μ.Μ. Δεν ήταν η επιθυμία μου σαν όργανο το πιάνο. Καταρχήν το πιάνο το <<γνώρισα>> πολύ αργότερα. Το 1965 – 67 κάπου εκεί. Και όταν έπαιζε ο πατέρας μου στον “ΑΤΤΑΛΟ” στη πλάκα με τον Γιάννη τον Ξυλούρη. Μου έμαθε το πρώτο τραγούδι “Τα παιδιά του Πειραιά” στο πιάνο. Και έτσι γοητεύτηκα από το πιάνο, και ζήταγα πιάνο. Αλλά το είχα εγώ ήδη στο μυαλό μου. Ήξερα ότι αποκλείεται όσο και καλά να μάθω λύρα, δεν θα ξεπεράσω τον πατέρα μου. Και έτσι λοιπόν μέσα μου διέγραψα, τον Μάνο σαν λυράρη.
ΝΚ. Πιστεύεις ότι όλοι θα σε σύγκριναν με τον πατέρα σου;
Μ.Μ. Βέβαια. Και ήταν λογικό αυτό. Ήθελα να μάθω ένα όργανο, που να μην το ήξερε ο πατέρας μου. Λύρα - λαούτο - κιθάρες - τα πάντα τα ήξερε, αυτό που δεν ήξερε ήταν τα πλήκτρα. Και λέω εντάξει αυτό είναι το όργανό μου έληξε. Το βρήκα σαν από τον Θεό δώρο το πιάνο.
ΝΚ. Ο Κώστας Μουντάκης έκανε πολλά προσωπικά του βιώματα τραγούδια. Ένα τέτοιο βίωμα από ένα πρόβλημα υγείας στα μάτια, σας οδηγεί στην Αθήνα από τη Κρήτη, καλοκαίρι για να κάνει εγχείρηση, και στο καράβι της επιστροφής, ξέροντας ότι μπορεί να μην ξανά δει τη Κρήτη, σου υπαγορεύει τους στίχους του “ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ”. Και μπαίνει ο Μουντάκης, ο Βαγγέλης ο Μαρκογιαννάκης και ο Διακογιώργης και ηχογραφούν τον “ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟ”, που κάνει <<πάταγο>>. Μίλησέ μου μουσικά λίγο για αυτή την εμπειρία;
Μ.Μ. Έχει πάθει αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. Του είπε ο γιατρός ότι πρέπει να φύγεις όχι με αεροπλάνο, γιατί φοβάμαι από τη πίεση του αεροπλάνου, ότι θα έχεις πρόβλημα με το μάτι. Πρέπει να φύγεις με καράβι. Την άλλη ημέρα 15 Αυγούστου ήταν επείγον να κάνει εγχείρηση. 15 Αυγούστου έκανε εγχείρηση. Μπαίνουμε στο καράβι. Απομακρύνθηκε το καράβι ένα μίλι από τη στεριά, φαίνεται το βουνό “ο Γιούχτας”. Διαβάζει τον Καζαντζάκη και αποχαιρετά τον “Γιούχτα”. Έτσι βγήκε ο “ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ”. Και εγώ καθόμουν δίπλα του και μου έλεγε γράφε, γιατί είχε κλείσει με βαμβάκι το ένα του μάτι, και δεν μπορούσε να γράφει. Και έτσι στα χαρτιά αυτού του πακέτου τσιγάρων, στο εσωτερικό χαρτί μου έλεγε και έγραψα εγώ τον “ΑΠΟΧΑΡΕΤΙΣΜΟ”.
ΝΚ. Λίγο αργότερα κυκλοφορεί έναν δίσκο που στη μία πλευρά περιγράφει ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ και στην άλλη ΤΑ ΚΡΗΤΙΚΑ ΝΑΚΛΙΑ. Την ίδια χρονιά συνεργάζεται με τη Μαρίζα Κωχ, στη μπουάτ “ΖΟΥΜ” στη Πλάκα. Αποφασίζει λοιπόν να εμφανιστεί σε έναν άλλο μη Κρητικό χώρο, που του κάνει καλή εντύπωση. Περιέγραψέ μου την εμπειρία αυτή;
Μ.Μ. Σε αυτό έφταιγε βέβαια και η νοοτροπία με τον “ΚΙΣΣΟ”, όπου εκεί, ήταν που έτρωγαν οι φοιτητές της Βιομηχανικής. Και ανακατεύτηκε πάρα πολύ με τους φοιτητές. Άρα λοιπόν ήταν πολύ διακαής ο πόθος του να τραγουδήσει στη Πλάκα. Ήταν <<ψαγμένοι>>, αυτοί που περνάγανε στη Πλάκα. Ήταν διάφορες καταστάσεις και <<Μουσικά ρεύματα>>. Ήθελε να υπάρχει και Κρήτη. Και ο “ΑΤΤΑΛΟΣ” που σου είπα, ήταν στην Πλάκα. Νομίζω υπάρχει ακόμα ο “ΑΤΤΑΛΟΣ”. Δεν είμαι σίγουρος. αλλά πρέπει να υπάρχει ακόμα.
ΝΚ. Παίρνεις το πτυχίο μουσικής και ο Κώστας ο Μουντάκης, αρχίζει με τη δική σου προτροπή, να συγχρονίζει τη λύρα με το πιάνο και εσύ αντίστοιχα με τη λύρα. Βρίσκεις λοιπόν μία μέθοδο, την οποία την έχεις βγάλει και σε βιβλίο, είναι χωρίς πεντάγραμμο, με την οποία ξεκίνησε να κάνει μαθήματα στα παιδιά, γιατί ήθελε, να υπάρξουν συνεχιστές αυτού που ο ίδιος έκανε. Ξεκινάει λοιπόν τα πρώτα του μαθήματα στην “Ομόνοια και την Παγκρήτιο.” Αρχικά εδώ στην Αθήνα πήγε καλά. Όταν όμως πήγε να κάνει τα ωδεία στην Κρήτη πολεμήθηκε πάρα πολύ από συναδέλφους του. Σχολίασε μου λίγο αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση;
Μ.Μ. Αυτό τον στεναχώρησε πάρα πολύ. Γιατί είδε δικούς του ανθρώπους, αγαπημένους του φίλους της μουσικής οικογένειας, να πηγαίνουν εναντίον του. Φοβόντουσαν ότι θα χάσουν τη δουλειά τους, Ότι τα νέα παιδιά που βγάζει ο Μουντάκης, αυτοί θα πάρουν τις δουλειές - τα πανηγύρια των χωριών, οπότε δεν θα είναι εύκολο μετά για τους λυράρηδες. Και άρχισε μια άλλη κατάσταση πολύ άσχημη για τον Μουντάκη.
ΝΚ. Η οποία όμως δυσάρεστη κατάσταση, δεν τον έκανε να τα παρατήσει. Συνέχισε.
Μ.Μ. Βεβαίως.
ΝΚ. Ήρθε κι ένα ταξίδι μετά αν θυμάμαι καλά, αρχές δεκαετίας του 1980. Με επικεφαλής της ελληνικής αποστολής την κυρία Καραΐνδρου στην Ινδία. Όπου παίρνει άλλα ακούσματα, από τις μουσικές όλου του Κόσμου.
Μ.Μ. Ακριβώς. Και βλέπει λοιπόν στην Ινδία Ότι παραδοσιακή μουσική των Ινδιών, και οι “μουσικοί του δρόμου” κατά τον ίδιο τρόπο “διοχετεύεται” από τη μια γενιά στην άλλη, πάλι με προφορική παράδοση. Και γοητεύεται ακόμα περισσότερο. Και όταν γυρίζει λοιπόν από τις Ινδίες, γίνεται ένθερμος υποστηρικτής αυτής της νοοτροπίας. Και είναι σίγουρος πια ότι αυτό που κάνει, είναι για καλό. Το είδε να εφαρμόζεται σε ολόκληρη Ινδία, που είχε ενάμιση εκατομμύριο πληθυσμό. Επισκέφθηκε 4-5 μουσικά πανεπιστήμια. Και εμείς δεν έχουμε ακόμα ένα Κρατικό Ωδείο.
ΝΚ. Η ειρωνεία για μένα είναι ότι αυτοί που τον κατέκριναν αργότερα έκαναν οι ίδιοι τους δασκάλους...
Μ.Μ. Ακριβώς.
ΝΚ. Θα κλείσουμε αυτή μας την κουβέντα με μια φράση, Που εμένα με συγκλόνισε όπως τη διάβασα. Το 1991, που είναι η χρόνια που πέθανε και έφυγε από κοντά μας, σαν σώμα και παρουσία, γιατί μουσικά θα υπάρχει πάντα στις ψυχές μας και τις καρδιές μας, σου είπε μια φράση που την έκανες και την κάνεις πράξη: “σου είπε ακολούθησε το όνειρό σου”. Και το ακολουθείς και συνεχίζεις και το έργο του. Θέλω να μου μιλήσεις για τα ωδεία που ίδρυσε ο Κώστας Μουντάκης;
Μ.Μ. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν. Το 1992 ιδρύθηκαν τα ωδεία και το 2015 σταμάτησαν. Χάρισα την άδεια, στο ωδείο Μυλοπόταμου, θα λειτουργούσε εκεί πέρα σαν ωδείο. Αλλά ακόμα γυρεύουν κτίριο, μετά από 10 χρόνια για να το στεγάσουν.
ΝΚ. Σαν γιος του Νίκου του Καδιανού θέλω να σου πω μια κουβέντα. Και το λέω και θα το λέω συνέχεια. Ότι αν δεν ήταν ο πατέρας σου, ο οποίος δημιούργησε τις καριέρες πολλών λαουτιέρηδων ίσως ο δικός μου πατέρας να μην είχε κάνει την καριέρα που έκανε. Διότι πολύ απλά, μετά τους 2 δίσκους που γράψανε μαζί, η μουσική πορεία και καριέρα του, πραγματικά εκτοξεύτηκε. Και για αυτό θα είναι μια ζωή ευγνώμων σε όλη την οικογένεια Μουντάκη. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σου και την κουβέντα μας. Να είσαι πάντα καλά.